Αναζήτηση

Παρασκευή 27 Ιουλίου 2012

Ζαγοροχώρια, Ιωάννινα, Άρτα


Επόμενος προορισμός η Ήπειρος: Ειδικότερα τα Ζαγοροχώρια (δύο από αυτά), τα Γιάννενα και η Άρτα. Η εκδρομή πραγματοποιήθηκε με Ι.Χ. στο τέλος του Οκτωβρίου του 2011. Το ταξίδι έγινε με την Α., και οι διανυκτερεύσεις έγιναν στο σπίτι του Χ., αδερφού μου, φοιτητή του Τ.Ε.Ι. της Άρτας.

Πρώτη ημέρα:
           
Στις 17:30 φτάσαμε στο Ρίο (βγήκαμε στην έξοδο για το Ρίο, αμέσως μετά από τα διόδια της Πάτρας, τα οποία δεν πληρώνουμε), πήγαμε στη Δυτική προβλήτα, απ’ όπου φεύγει το ferry boat για το Αντίρριο. Στις 18:00 ξεκίνησε, και 15 λεπτά αργότερα φτάσαμε απέναντι.
            Ευρισκόμενοι στην Παλιοβούνα, το βουνό απέναντι από το Ρίο, είδαμε πολλά οχήματα κατευθυνόμενα προς το Αντίρριο, μποτιλιαρισμένα, και κινούμενα με χαμηλή ταχύτητα. Το ακριβώς αντίθετο συνέβαινε με το δικό μας ρεύμα κυκλοφορίας. Ο δρόμος κατά τη διάρκεια της διαδρομής ήταν στενός στο μεγαλύτερο τμήμα του. Περάσαμε μέσα από μερικά χωριά, όπου υπήρχε ανώτατο όριο ταχύτητας τα 50 χιλιόμετρα την ώρα. Γενικώς, καλό είναι να έχετε το νου σας, σε αυτά τα χωριά η τροχαία στήνει μπλόκα κι ελέγχους για παράβαση ταχύτητας. Περάσαμε μέσα ή έξω από την Καλαβρούζα, τη Ρίγανη, το Ρίβιο (αριστερά μας είχαμε τη λίμνη Αμβρακία), τον Στάνο, την Αμφιλοχία (περνώντας από εκεί ήθελα να καθίσω για έναν καφέ. Πολύ γραφική είναι η τοποθεσία της.), το Ανοιξιάτικο, και μάλιστα, από το σημείο εκείνο κι έπειτα οι στροφές διαδέχονταν η μία την άλλη, το Μενίδι, και τέλος στην Άρτα.
            Η διαδρομή ήταν εκνευριστική στα σημεία όπου ο δρόμος ήταν μία ευθεία ωραία, αλλά με μέγιστο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας τα 50 ή τα 70 χιλιόμετρα την ώρα. Μου έκανε εντύπωση που σε δύο σημεία της διαδρομής ο δρόμος ήταν πολύ πλατύς – στο ένα ήταν σαν καινούρια εθνική οδός (στο σημείο της περιμετρικής του Αγρινίου).
            Τέλος πάντων, στις 20:20 φτάσαμε στο σπίτι του Χ.. Δεν υπήρξε κάποια ιδιαίτερη έξοδος.

Δεύτερη μέρα (επίσκεψη σε κάποια Ζαγοροχώρια):

            Περίπου στις 9:30 η Α. κι εγώ φύγαμε για το Νομό Ιωαννίνων.
            Κάναμε πρώτα μία στάση στον ποταμό Λούρο, και τραβήξαμε μερικές φωτογραφίες. Ύστερα τραβήξαμε για τα Γιάννενα.



            Και σ’ αυτή τη διαδρομή περάσαμε μέσα από χωριά, με μέγιστο όριο τα 50. Σε τρία τουλάχιστον εξ αυτών τα χωριά, πραγματοποιούνταν μέτρηση της ταχύτητας με radar, και ο αριθμός της φαινόταν σε έναν ηλεκτρονικό πίνακα λίγα μέτρα πιο μετά.

            Στην πρώτη διασταύρωση μετά τη γέφυρα της Εγνατίας Οδού, στρίψαμε αριστερά, με κατεύθυνση ένα αεροδρόμιο, και μπήκαμε στον περιφερειακό δρόμο. Ακολουθώντας τον όσο πάει, στρίψαμε αριστερά, με κατεύθυνση την Κακαβιά. Κι ενώ στην αρχή υπήρχαν μερικές πινακίδες που επιβεβαίωναν ότι μπροστά πηγαίνουμε προς τα Ζαγοροχώρια, αυτές μετά εξαφανίστηκαν. Φοβήθηκα ότι πήραμε κάπου λάθος δρόμο. Φτάσαμε σε ένα μουσείο, στη μέση του πουθενά, και ρώτησα για το πώς θα φτάσουμε στον προορισμό μας. Ένας στρατιώτης κι ένας αρχιλοχίας μας υπέδειξαν το δρόμο. Δεν κάναμε κάποιο λάθος, απλά ήταν μακρύτερη η διαδρομή απ’ όσο φανταζόμουν.
            Μιας και σταματήσαμε, επισκεφτήκαμε το μουσείο. Ήταν μουσείο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η είσοδος είναι δωρεάν. Μία μικρή αίθουσα (για τα δεδομένα μουσείου, μικρή είναι) στην οποία εκτίθενται μερικά πολυβόλα, και στολές στρατιωτών και στρατιωτικών του πολέμου.





            Αμέσως μετά μπήκαμε στο Καλπάκι, και λίγο αργότερα στρίψαμε δεξιά για το χωριό Αρίστη, ένα από τα Ζαγοροχώρια. Το πρώτο που συναντήσαμε ήταν το Μεσοβούνι. Το πρώτο σπίτι ήταν πολύ όμορφο. Λίγο πιο μετά συναντήσαμε μία γραφική εκκλησία.
            Ύστερα από δεν ξέρω κι εγώ πόση ώρα φτάσαμε στην Αρίστη, και κατεβήκαμε. Ανεβήκαμε ένα λοφίσκο, που είχε πέτρινο κύκλο φτιαγμένο στο έδαφος. Από τη μία μεριά της κορυφής του λοφίσκου ανεβήκαμε εμείς. Από την άλλη υπήρχε γκρεμός, και πολλά πλατάνια. Φωτογράφισα ένα χωριό που φαινόταν σε διπλανό βουνό, νομίζω λέγεται Άγιος Μηνάς. Στη συνέχεια υπήρχε μία διχοτόμηση (τριχοτόμηση καλύτερα) της διαδρομής. Στην κεντρική πλατεία ο δρόμος χωριζόταν: Γινόταν κατηφορικός, με προορισμό το Πάπιγκο, και δεξιά ανηφόριζε, με κατεύθυνση το Βίκο και άλλα χωριά. Στρίψαμε για το Βίκο, κι εκεί ο δρόμος πάλι είχε διχάλα. Τελικά στρίψαμε δεξιά για το Μονοδένδρι.
Ύστερα από μισής ώρας οδήγηση, φτάσαμε. Ο δρόμος δεν πήγαινε άλλο ευθεία, οπότε στάθμευσα εκεί το αυτοκίνητο, όπου η στάθμευση είναι δωρεάν. Αποβιβαστήκαμε και πήγαμε σ’ ένα μαγαζί που πουλούσε παραδοσιακά προϊόντα του χωριού: υφαντά, κεντήματα, μπεγλέρια, κομπολόγια, αλυσίδες, παχιά χαλιά, μάλλινες μπλούζες, κλπ.. Υπήρχε ένα άλλο πολύ ωραίο με λευκές διαφανείς χάντρες, που μου «γυάλισε» εξίσου. Στη συνέχεια περπατήσαμε προς το μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής.
Το μονοπάτι έχει μήκος 600 μέτρα, πλακόστρωτο. Η κλίση του εδάφους είναι κατηφορική. Αριστερά είχαμε το βράχο, δεξιά τη χαράδρα. Ύστερα από μερικά λεπτά φτάσαμε στο άδειο μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής. Καλά συντηρημένο έδειχνε. Πήγαμε στον εξώστη. Η θέα συγκλονιστική. Βλέπαμε τη βαθύτερη χαράδρα του κόσμου, με βάθος 900 μέτρων. 






Αφήνοντας το φαράγγι πίσω μας
Μισή ώρα αφ’ ότου φύγαμε, φτάσαμε στο Βίκο. Η Α. κι εγώ περπατήσαμε σε ένα ύψωμα. Κάποια στιγμή ένα λουλούδι εύφρανε τα ρουθούνια μας. Στο τέλος της ανηφόρας αντικρύσαμε ένα τμήμα του φαραγγιού, επίσης μαγευτικό. Πριν επιστρέψουμε στο όχημα, περάσαμε από ένα μαγαζί τουριστικών-ντόπιων ειδών ειδών. Πιάσαμε την κουβέντα με την ιδιοκτήτρια. Είχε πολλή όρεξη για συζήτηση, απομονωμένη εκεί πάνω. Αγοράσαμε δύο ηδύποτα με γεύσεις αμαρέτο και βούρβουλο, σε μακρόστενα γυάλινα μπουκάλια. 



Επόμενος προορισμός: Πάπιγκο. Μία ονομασία που μου ήταν δύσκολο να θυμάμαι. Περάσαμε λίγο από την Αρίστη, κι αργότερα από τη γέφυρα του Βοϊδομάτη. Άλλη μία τοποθεσία κατάλληλη για στάση και φωτογράφιση. Αυτά τα κυανοπράσινα νερά είναι εκπληκτικά. Από την άλλη, ακόμα και το καλοκαίρι, δύσκολα κολυμπάς, απ’ όσο μου έχουν πει. 




                                                                                                                                                    Και λίγα μέτρα αφότου ξεκινήσαμε, ξεκίνησαν και οι φουρκέτες. Η μία κλειστή στροφή διαδέχονταν την άλλη. Μία πρόχειρη καταμέτρηση έδειξε 18-20 στροφές – η κυρία στο μαγαζί του Βίκου έκανε λόγο για 22. Φτάσαμε επιτέλους στο Πάπιγκο. Συνεχίσαμε για το Μικρό. Θα πηγαίναμε να καθίσουμε να φάμε εκεί, αλλά δεν είχα καμμία όρεξη να οδηγήσω κι άλλο. Έτσι, έκανα μεταβολή και καθίσαμε και φάγαμε στο πρώτο εστιατόριο που βρήκαμε.
Ήταν αργά για να συνεχίσουμε στο Μολυβδοσκέπαστο που μας είχε προτείνει ο Χ., κι έτσι επιστρέψαμε. Κατά το σούρουπο ήμασταν μέσα στην πρωτεύουσα της Ηπείρου, και σχεδόν εύκολα βρήκαμε τη λίμνη. Η στάθμευση σε ιδιωτικό χώρο κόστισε 3€, χωρίς περιορισμό στη διάρκειά της. Καθίσαμε σε μία καφετέρια για καφέ, πάνω στη λίμνη. Στις 19:00 περίπου φύγαμε για την Άρτα.

Τρίτη ημέρα (Ιωάννινα):

            Η Α. κι εγώ φύγαμε από το σπίτι κατά τις 9:10.
            Στις 10:30 επισκεφτήκαμε το Μουσείου κέρινων ομοιωμάτων του Παύλου Βρέλη. Βρίσκεται στο Μπιζάνι, περίπου 12 χιλιόμετρα έξω από τα Ιωάννινα. Η είσοδος κοστίζει 6€ (ολόκληρο). Ανηφορίσαμε το δρόμο, και φτάσαμε στην είσοδο του Μουσείου. Δεν θυμάμαι ποια παράσταση αντικρύσαμε πρώτη, θα μείνω όμως στις πλέον συγκλονιστικές. Μία απ’ αυτές λοιπόν είναι η αναπαράσταση του κρυφού σχολειού. Όλα τα αγάλματα προσέδιδαν μία ζωντάνια, και περίμενα ότι κάποιο από αυτά είτε θα κινήσει το χέρι του, είτε θα ανοιγοκλείσει τα μάτια του… Μια άλλη ήταν η αποκεφάλιση του Αλή Πασά. Εκεί καταμέτρησα 20 αγάλματα. Μπροστά ήταν ένας από τους άντρες του Αλή Πασά, στον ταρσό του ποδιού του οποίου ήταν καρφωμένο ένα σπαθί. Εκεί ο Βρέλης κατάφερε και απέδωσε εξαίσια την έκφραση του πόνου και της αγωνία του άντρα, με πάσα λεπτομέρεια. Στο ίδιο έκθεμα, είχε αναπαραστήσει το μπαλκόνι από το σπίτι του Αλή, όπως ήταν στην πραγματικότητα. Εξαιρετική απόδοση είχαν ο σκλαβωμένος ελληνισμός των φυλακών, η ανατίναξη στο Κούγκι, οι πολεμιστές του 1821, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, οι γυναίκες της Πίνδου και η κυρά της Ρω (κατά κόσμον Δέσποινα Αχλαδιώτη). Ομολογώ ότι μερικά από τα αγάλματα δεν μου άρεσαν, διότι ήταν περισσότερο κίτρινα απ’ όσο χρειαζόταν. Βγήκαμε από τις αίθουσες των αναπαραστάσεων, εισερχόμενοι στο χώρο πωλήσεων. Εκεί έμαθα ότι ο Παύλος Βρέλης πέθανε τον Ιούλιο του 2010 σε ηλικία 87 ετών. Αγόρασα ένα βιβλίο με τα ομοιώματα του μουσείου, καθώς η φωτογράφιση απαγορεύεται. Μπορείτε να δείτε φωτογραφίες από μερικά κέρινα ομοιώματα εδώ, κι εδώ.
            Περίπου στις 11:15 φτάσαμε στα Ιωάννινα και συνεχίσαμε για τη λίμνη. Μπήκαμε στο Κάστρο της πόλης. Υπάρχουν γραφικά σοκάκια. 





Στις 11:45 διήλθαμε μία πελώρια πύλη, και ήμαστε στον προαύλιο χώρο, εντός του οποίου βρίσκεται το Βυζαντινό Μουσείο. Περάσαμε πρώτα από τον ιερό Ναό των Αγίων Αναργύρων που βρίσκεται μέσα. Στο άκρο της αυλής βρίσκεται το Φετιχιέ Τζαμί, και δίπλα του ένας κιγκλιδωμένος χώρος, ο οποίος είναι ο τάφος του Αλή Πασά.




Μπήκαμε στο Βυζαντινό Μουσείο.  Η είσοδος κοστίζει 3€. Περιέχει μεταξύ άλλων μία τοιχογραφία από την Κόκκινη εκκλησιά (Βουλγαρέλι Άρτας), ένα ξυλόγλυπτο βημόθυρο, τμήμα μαρμάρινου επιστυλίου τέμπλου. Στην πίσω πλευρά είναι τοποθετημένα πέντε κανόνια, τοποθετημένα σε σειρά.





 
Αμέσως μετά πήγαμε στο Δημοτικό Μουσείο, που στεγάζεται στο Ασλάν Τζαμί. Το εισιτήριο κοστίζει 2€. Περιέχει εκθέματα από τρεις τεχνοτροπίες: τη μουσουλμανική, την ελληνική και την εβραϊκή. Η πρώτη είναι στην κεντρική αίθουσα, και περιέχει τον εσωτερικό χώρο ενός μουσουλμανικού σπιτιού – έναν καναπέ χωρίς την πλάτη του, ένα τραπέζι και δύο καρέκλες, φτιαγμένα από φίλντισι, κι έναν εσωτερικό εξώστη. Η δεύτερη βρίσκεται αριστερά της εισόδου, και περιλαμβάνει παραδοσιακές Ηπειρώτικες στολές, το Δαμασκηνό σπαθί του Καραϊσκάκη, πυροβόλα, κλπ. Τέλος, στην περιοχή της εβραϊκής τεχνοτροπίας, ήταν ενδύματα Εβραίων, και μερικά υφαντά. Η λήψη φωτογραφιών δεν επιτρέπεται.
Στις 12:45 επιβιβαστήκαμε στο καράβι για το νησί των Ιωαννίνων, το οποίο ξεκίνησε 15 λεπτά αργότερα. Δέκα λεπτά πιο μετά φτάσαμε στο νησί.
Λίμνη Παμβιώτιδα

Λίμνη Παμβιώτιδα (πανοραμική λήψη)

            Ακολουθώντας τις πινακίδες, 10 λεπτά πιο μετά φτάσαμε στο μουσείο του Αλή Πασά. Καθ’ οδόν, υπάρχουν πολλά τουριστικά μαγαζιά, που πουλάνε είτε Γιαννιώτικες γεύσεις, είτε διάφορα σουβενίρ. Δεν σας κρύβω ότι από κάποιο σημείο και μετά, αυτή η κατάσταση γινόταν ενοχλητική, διότι οι καταστηματάρχες (τουλάχιστον αρκετοί απ’ όσους συνάντησα) είχαν μια επιμονή στο να αγοράσουμε τα τουριστικά προϊόντα τους.
            Μόλις το αντικρύσαμε (το μουσείο του Αλή Πασά), μείναμε έκθαμβοι! Ήταν ολόιδιο με αυτό που είχαμε δει λίγες ώρες νωρίτερα στο Μουσείο του Βρέλη, στη «σφαγή του Αλή Πασά». Η είσοδος κοστίζει 0,80€. Μόλις μπήκαμε στην πρώτη αίθουσα, άρχισε να παίζει ένα ηχητικό μήνυμα που περιέγραφε τι συνέβη στο χώρο αυτό τον Ιανουάριο του 1822. Η γυναικεία φωνή συνέχισε με τις περιγραφές των αντικειμένων και των πινάκων του χώρου.

            Στο πρώτο δωμάτιο, το μάτι μας έπεσε στους δύο καναπέδες που βρίσκονται στον απέναντι τοίχο. Έτσι κι εδώ, οι καναπέδες δεν έχουν πλάτη, αλλά είναι τοποθετημένοι δίπλα στον τοίχο, κι η ύπαρξη των μαξιλαριών προς τους τοίχους υποκαθιστά την πλάτη. Πάνω στο αριστερό έχει αφεθεί ένα μεγάλο μπεγλέρι, ενώ αμφότεροι φέρουν την επιγραφή «παρακαλούμε μην κάθεστε στους καναπέδες». Ανάμεσά τους είναι το τζάκι, μπροστά από το οποίο έχουν βάλει ένα ναργιλέ. Στον τοίχο αριστερά έχουν κρεμάσει τον πίνακα που απεικονίζει την εκπλήρωση της προφητείας του Πατροκοσμά (την παράδοση του κεφαλιού του Αλή Πασά στο Σουλτάνο στην Κωνσταντινούπολη). 




Δεξιά από την είσοδο υπάρχει ένα δεύτερο δωμάτιο. Στο μέσον του είναι τοποθετημένο ένα μαγκάλι, ενώ δίπλα του δεσπόζει μέσα σε γυάλινη προθήκη το άγαλμα της κυρα-Βασιλικής. Κοιτάζοντας μπροστά τα δύο εκθέματα, στον τοίχο δεξιά υπάρχει ένας καναπές, και πάνω του δύο ασημικά. Πίσω από τα εκθέματα είναι ένας ξυλόγλυπτος πίνακας ο οποίος απεικονίζει τον Αλή Πασά σε κυνήγι στη λίμνη του Βουθρωτού. Οι δύο από τους τοίχους έχουν πίνακες του Πασά, τον πνιγμό της κυρα-Φροσύνης, και διάφορες προσωπογραφίες. Ο τοίχος πίσω μας, κοιτάζοντας τα εκθέματα, έχει ένα άνοιγμα μιας σπηλιάς, η οποία λέγεται ότι βγάζει στη λίμνη. Εντούτοις, δεν υπάρχει κάποιο προφανές άνοιγμα που να το επιβεβαιώνει. Εκεί είχε κρυφτεί η Βασιλική, όταν δολοφονήθηκε ο Αλή Πασάς.
            Το ηχητικό μήνυμα τόνισε ότι η Βασιλική και η κυρα-Φροσύνη είναι διαφορετικά πρόσωπα. Η πρώτη ήταν δώδεκα περίπου χρονών ότι πνίγηκε η δεύτερη. Η πρώτη ήταν σύζυγος (μία από τις πολλές) του Αλή, αλλά η μοναδική στην οποία ο Πασάς είχε επιτρέψει να παραμείνει Χριστιανή. Μετά το μακελειό, η Βασιλική έφυγε από εκεί για την Κωνσταντινούπολη, κι έπειτα επέστρεψε στην Ελλάδα, και πέθανε φτωχή και άσημη το 1834 στο Αιτωλικό. Η κυρα-Φροσύνη είχε συνάψει εξωσυζυγική σχέση με το γιο του Αλή-Πασά, και στις 11 Ιανουαρίου 1801 πνίγηκε μαζί με άλλες 16 γυναίκες, επίσης ηθικά επιλήψιμες.




            Επόμενος σταθμός η Μονή Φιλανθρωπινών. Τη βρήκαμε σχετικά εύκολα. Είναι γνωστή για τις τοιχογραφίες των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων στον πρόναο. Μόλις εισήλθαμε στην αυλή, είδαμε μία αρκετά ηλικιωμένη κυρία να διαβάζει ένα βιβλίο. Μπήκαμε μέσα στο ναό, αφότου τον ξεκλείδωσε. Στον τοίχο αριστερά αντίκρυσα την περίφημη τοιχογραφία. Πιο μέσα, ευθεία, ένας μεγάλος χώρος με πλούσια τοιχογραφία. Δεξιά ήταν ο κυρίως ναός, μαζί με το Ιερό και τα αναλόγιά του. Αριστερά (στον προηγούμενο χώρο) ένας άλλος χώρος (που δεν θυμάμαι τι έχει), και μπροστά αριστερά άλλος ένας μεγάλος μακρόστενος χώρος, ο οποίος επί Τουρκοκρατίας χρησίμευε ως κρυφό σχολειό. Η γυναίκα, που μας ακολουθούσε, μας εξιστορούσε τα κυριότερα ιστορικά γεγονότα της Μονής, Την ευχαριστήσαμε και φύγαμε. Μερικές φωτογραφίες από το νησί, και ειδικότερα από τη μονή Φιλανθρωπηνών, θα βρείτε εδώ.
           Ακολουθούν μερικές φωτογραφίες από το νησί, και από τη λίμνη (οι λήψεις των οποίων έγιναν στο νησί).






            Θα ήθελα εδώ να σημειώσω ότι μερικά μαγαζιά πουλάνε ναργιλέδες, προφανώς λόγω του Αλή Πασά.

            Στις 14:00 ήμουν ο τελευταίος που επιβιβάστηκε στο καράβι της επιστροφής.
            Κατόπιν φάγαμε σε εστιατόριο, κι έπειτα φύγαμε για το Σπήλαιο του Περάματος, το οποίο το χειμώνα κλείνει στις 17:00.
            Έχοντας πληρώσει εισιτήριο 6€, στις 16:30 μπήκαμε πέντε άτομα. Το σπήλαιο ανακαλύφθηκε τυχαία κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν οι κάτοικοι έψαχναν καταφύγιο από τους βομβαρδισμούς. Μόλις γνωστοποιήθηκε η ύπαρξή του, το αντρόγυνο σπηλαιολόγων Πετρόχειλου το εξερεύνησε.
            Το μονοπάτι που ακολουθήσαμε μόνο επίπεδο δεν ήταν – σχεδόν πάντα ήταν κεκλιμένο. Δεν μας επέτρεψαν να το φωτογραφήσουμε (διότι δημιουργείται ένας πράσινος μύκητας πάνω στους σταλαγμίτες και τους σταλακτίτες) και να ακουμπήσουμε τους σταλαγμίτες και τους σταλακτίτες (διότι αλληλεπιδρούν με το ανθρώπινο λίπος και μαυρίζουν). Μολονότι βρισκόμασταν σε θερμοκρασία 17ο Κελσίου, δεν μπορώ να πω ότι κρύωνα, διότι όλη την ώρα ανηφορίζαμε ή κατηφορίζαμε.
Οι σταλαγμίτες, οι οποίοι είναι όρθιοι και ξεκινούν από το έδαφος, και οι σταλακτίτες, οι οποίοι κρέμονται από την οροφή, έχουν πάρει πολλές μορφές. Το σπήλαιο έχει πολλές αίθουσες, και με βάση τη σχηματιζόμενη εικόνα των πετρωμάτων, έχουν αντίστοιχη ονομασία. Η πρώτη αίθουσα είναι αυτή του Σταυρού. Προ εκατομμυρίων ετών, ένας σταλακτίτης έπεσε από την οροφή από άγνωστη αιτία και σφήνωσε στη διχάλα ενός σταλαγμίτη από κάτω του. Με την πάροδο του χρόνου άρχισαν να ενώνονται τα δύο κομμάτια του ανθρακικού ασβεστίου, και να σχηματίζουν ένα σταυρό. Η δεύτερη αίθουσα (και η τρίτη) λέγεται των μυθικών ανακτόρων, επειδή οι σταλαγμίτες μοιάζουν πολύ με αγάλματα ανθρώπων. Ένας σταλαγμίτης λέγεται σπασμένο δέντρο με το νέο βλαστό: Για κάποιο λόγο αυτός έσπασε, και το κομμάτι του έγειρε σε διπλανό σταλαγμίτη. Όμως, η σταγονορροή από την οροφή δημιούργησε πάνω στην τομή του δένδρου ένα καινούριο δένδρο (βλαστό), εξ ου και η σχετική ονομασία – έτσι λέγεται κι η αίθουσα που περιβάλλει το σταλαγμίτη. Αργότερα περάσαμε από την αίθουσα της λαχαναγοράς, και παρατήρησα μερικούς σταλακτίτες που μοιάζουν καταπληκτικά με κουνουπίδια, σταφύλια και καρότα. Στις επόμενες αίθουσες έχουμε τις λαμπάδες, το κυπαρίσσι, και τους κάκτους με τις γλάστρες. Πιο μετά συναντήσαμε έναν κεκλιμένο σταλαγμίτη, γνωστό ως πύργο της Πίζας. Μια άλλη αίθουσα λέγεται αίθουσα της Νεκράς Πολιτείας, επειδή τα ξεκομμένα βράχια και οι λίγοι σταλαγμίτες θυμίζουν μια εγκαταλελειμμένη πόλη. Ακολούθησε ο Άη-Βασίλης (λόγω της αντίστοιχης πέτρας προφανώς!), το πέτρινο συντριβάνι, η λίμνη με τα νούφαρα (όντως υπήρχαν λιμνάζοντα νερά σ’ εκείνο το σημείο), τα κηροπήγια και τέλος η Σφίγγα της Αιγύπτου. Σε κάποια από τις τελευταίες αίθουσες βρέθηκαν τα οστά μιας αρκούδας, η οποία είχε εισέλθει στο σπήλαιο, αλλά δεν μπορούσε να βγει, και πέθανε από ασιτία. Μπορείτε να βρείτε φωτογραφίες από το σπήλαιο, την πηγή μερικών πληροφοριών που ανέφερα πιο πάνω, και μερικές άλλες πληροφορίες.
Στις 17:30 βγήκαμε, ανεβαίνοντας αρκετά σκαλοπάτια. Θυμάμαι πως βγήκα ιδρωμένος από το σπήλαιο, και μάλιστα έβγαλα το μπουφάν μου. Ακολουθήσαμε το μονοπάτι της επιστροφής.
Ακολουθούν μερικές φωτογραφίες από τα Ιωάννινα, σκόρπιες.



Φεύγοντας από το Σπήλαιο του Περάματος
Τέταρτη ημέρα (Άρτα):

            Στις 10:00 ο Χ., η Α. κι εγώ μπήκαμε στο ναό της Παναγίας της Παρηγορίτισσας, νομίζω κοντά στο κέντρο της πόλης. Ένας πολύ ψηλός ναός, ο οποίος λειτουργεί ως μουσείο, ενώ ως εκκλησία λειτουργεί μόνο στο πανηγύρι (Ευαγγελισμός της Θεοτόκου) και λίγες μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας. Στο νάρθηκα, δεξιά, είναι ένα γκισέ. Η είσοδος είναι δωρεάν. Δεν υπάρχει πλούσια εικονογράφηση στους τοίχους, απλά το εντυπωσιακό είναι το ύψος.






            Ύστερα κατευθυνθήκαμε στο Κάστρο και το Ρολόι της Άρτας. Το Ρολόι είναι ένα ψηλό κτίσμα δίπλα στην είσοδο του Κάστρου. Η πύλη είναι πελώρια. Μέσα υπάρχει ένας πλατύς δρόμος, ο οποίος χωρίζει το γκαζόν στα δύο. Αρκετά κυπαρίσσια. Μπήκαμε πιο βαθιά. Πράσινο κι απομεινάρια από τείχη εντός του κάστρου. Περπατήσαμε και φτάσαμε στο περιφερειακό τείχος. Ψηλά στα τείχη, υπάρχουν πολεμίστρες, όπου λαμβάνουν θέση οι πολεμιστές. Είναι φαρδιές στην αρχή (από την εσωτερική πλευρά του τείχους) και στενεύουν σταδιακά, μέχρι που υπάρχει μία λεπτή χαραμάδα στην εξωτερική πλευρά του. Απ’ έξω είναι η παλιά Εθνική οδός.





            Επόμενη στάση ο Ι. Ν. της Αγίας Θεοδώρας, της Βασίλισσας Άρτης. Ένας μικρός ωραίος ναός.



            Αργότερα κατευθυνθήκαμε στο περίφημο γεφύρι της Άρτας. Από κάτω δεν διερχόταν νερό, λόγω κάποιων εργασιών που πραγματοποιούνταν. Το διαβήκαμε και καθίσαμε στην απέναντι πλευρά. Στη βάση, υπάρχει το λαογραφικό μουσείο της Άρτας, αλλά ήταν κλειστό.





            Τέλος, επισκεφτήκαμε το αρχαιολογικό μουσείο της Άρτας. Η είσοδος είχε 3€ νομίζω (ολόκληρη τιμή). Είναι καινούριο, νομίζω πέρυσι ξεκίνησε να (επανα;)λειτουργεί. Η ξεναγός μας έδωσε μια φορητή ηλεκτρονική συσκευή με οθόνη. Όταν φτάναμε σε κάποια εκθέματα με ένα χαρακτηριστικό σημάδι στον τοίχο, δίπλα τους, τοποθετούσαμε τη συσκευή έτσι, ώστε να «διαβάσει» το φωτοκύτταρο πού βρισκόμαστε, κι έβγαζε επιπλέον πληροφορίες σχετικά με το έκθεμα. Πρώτα περάσαμε από μία ενότητα που σχετιζόταν με το δημόσιο βίο των κατοίκων της αρχαίας πόλης της Άρτας, της Αμβρακίας. Μία άλλη ενότητα του Μουσείου σχετίζεται με τα περί των νεκρών. Στη μία αίθουσα υπάρχουν τάφοι, μέσα στους οποίους υπάρχουν πλέον σκελετοί μαζί με κτερίσματα, ενώ στην επόμενη αμφορείς, οι οποίοι περιέχουν υπολείμματα της στάχτης των νεκρών που επέλεξαν την αποτέφρωση. Μάλιστα δε, στα καπάκια τους έχει χαραχτεί το όνομα του αποτεφρωμένου νεκρού. Μεταβήκαμε στην επόμενη θεματική ενότητα, στην καθημερινή ζωή των κατοίκων την Αμβρακίας. Εκεί αποδίδονται οι βασικοί χώροι ενός τέτοιου αρχαίου σπιτιού. Αποθήκη (με αμφορείς), λουτρό (με μία μπανιέρα και ψηλά δοχεία για νερό), ανδρώνας (όπου οι άνδρες έκαναν τα συμπόσια και τα όργιά τους με κοινές), και γυναικωνίτης, χώρος στον οποίο μόνο οι γυναίκες και ο νοικοκύρης είχαν πρόσβαση. Πιο μετά συναντήσαμε μία βιτρίνα με λυχναράκια για φως.












Περισσότερες πληροφορίες και φωτογραφίες θα βρείτε εδώ.

 Πέμπτη ημέρα (επιστροφή):

            Στις 9:00 η Α. κι εγώ φύγαμε από το σπίτι του Χ. οριστικά πλέον. Στις 9:45 περίπου φτάσαμε στην Αμφιλοχία και σταματήσαμε για έναν καφέ. Η προκυμαία, όπως ανέφερα και στην πρώτη μέρα της εκδρομής, είναι γραφική.





Δεν υπάρχουν σχόλια: